Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

Θεόφιλος ΧατζημιχαήλΟ Θεόφιλος θεωρείται ως ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς Έλληνες λαϊκούς ζωγράφους. Η τέχνη του και η γενικότερη στάση της ζωής του εκφράζει τη μεγάλη αγάπη και το θαυμασμό που ένιωθε για την πατρίδα του και για κάθετι που ήταν ελληνικό. Γεννημένος στη Λέσβο γύρω στα 1870*, αποφασίζει σε νεαρά ηλικία (15 με 20 χρονών περίπου) να πάει στη Σμύρνη, σημαντικό εμπορικό κέντρο της Μικράς Ασίας, σε ανάζητηση καλύτερης τύχης. Εκεί, εξασκεί τη ζωγραφική του ως επάγγελμα, αλλά παρά το μεγάλο αριθμό παραγγελιών, η κακή οικονομική του κατάσταση και οι δύσκολες συνθήκες ζωής του δε βελτιώνονται. Μετά από περίπου τέσσερα χρόνια, φεύγει για τον Βόλο, όπου για τα επόμενα τριάντα χρόνια περιπλανιέται στα γύρω χωριά του Πηλίου ζωγραφίζοντας ασταμάτητα και δημιουργώντας τους προσωπικούς του εικονογραφικούς τύπους. Γύρω στο 1926-27, απογοητευμένος από την άσχημη συμπεριφορά του κόσμου και με την υγεία του κλονισμένη από τις κακουχίες, επιστρέφει στην πατρίδα του οριστικά. Εκεί, έχοντας σαν βάση τη Μυτιλήνη, περιπλανιέται στα χωριά της Λέσβου συνεχίζοντας να δημιουργεί.

Γύρω στα 1928, συναντάει τον Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ, ο οποίος ενθουσιασμένος από τα έργα του αποφασίζει να προσφέρει μια ανάσα στη βασανισμένη ζωή του Θεόφιλου. Αγοράζει μερικούς πίνακές του και συγχρόνως του κάνει μια μεγάλη παραγγελία χωρίς χρονικό όριο με σκοπό να την εκθέσει στο Παρίσι. Η φιλική στάση του Τεριάντ και του πατέρα του, Τάκη Ελευθεριάδη, καθώς και η οικονομική βοήθεια που του παρέχουν, δίνουν στον Θεόφιλο την άνεση να δημιουργήσει πάνω από εκατόν είκοσι πίνακες μέσα σε έξι περίπου χρόνια. Τα έργα αυτά παρουσιάζονται στην Γαλλία το 1936 αποσπώντας το θαυμασμό και την αναγνώριση του κοινού. Ο Θεόφιλος, δυστηχώς, δεν προλαβαίνει να ζήσει αυτόν τον θριάμβο. Τον Μάρτιο του 1934 τον βρίσκουν νεκρό στο σπίτι του. ‘Καρδιακό νόσημα’ αναγράφεται ως επίσιμη αιτία στο πιστοποιητικό θανάτου, αλλά κατ’ άλλους πιθανότερη αιτία είναι η τροφική δηλητηρίαση.

Θεόφιλος ΧατζημιχαήλΟ Τεριάντ ήταν ένας από τους πρώτους που κατάλαβε την αξία και τη σημασία του έργου του Θεόφιλου και τον καθιέρωσε ως έναν από τους πιο σημαντικούς λαϊκούς μας ζωγράφους. Από τα έργα που του είχε παραγγείλει, επέλεξε τα τριανταεφτά καλύτερα για να τα παρουσιάσει στις εκθέσεις που διοργάνωνε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το 1979 τα δώρισε στο Μουσείο που φέρει το όνομά του ώστε να παραμείνουν στην πατρίδα του Θεόφιλου. Τα υπόλοιπα τα στέγασε στο Μουσείο Θεοφίλου, το οποίο χτίστηκε με δικές του δαπάνες, και το 1965 το δώρησε στο Δήμο Μυτιλήνης, για να προβληθεί το καλλιτεχνικό του έργο στο ευρύ κοινό. Από τότε, το έργο και η ζωή του Θεόφιλου έχει μελετηθεί και τιμηθεί επανηλειμένως από κορυφαίους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, και εποχιακές εκθέσεις συνεχίζονται να διοργανώνονται τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Εξωτερικό.

Τα έργα του Θεόφιλου απεικονίζουν μια μεγάλη ποικιλία ελληνικών θεμάτων τα οποία θα μπορούσαμε να τα χωρίσουμε σε δύο μεγάλες κατηγορίες: αυτά που παρουσιάζουν την φύση και τον άνθρωπο, και αυτά, που μέσα από τα δικά του μάτια, περιγράφουν θέματα από την ελληνική μυθολογία, ιστορία και θρησκεία. Πιο αναλυτικά, η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει πρωσοπογραφίες, τοπία, διακοσμητικά σχέδια, και εικόνες της καθημερινής ζωής του καιρού του. Η δεύτερη, αποτελείται από θέματα θρησκευτικά και θέματα παρμένα από τη μυθολογία, την αρχαιότητα, το Βυζάντιο, την επανάσταση του Εικοσιένα και τη νεοελληνική ιστορία. Αν και τα περισσότερα έργα του είναι εμπνευσμένα από παλιές λιθογραφίες, ταχυδρομικά δελτάρια και λαϊκά αναγνώσματα, αυτό που ήθελε και κατάφερε να πετύχει ήταν να εκφράσει τα συναισθήματα του καθώς και την προσωπική του άποψη και φιλοσοφία.

Θεόφιλος ΧατζημιχαήλΟ Θεόφιλος είχε τη δύναμη να μεταμορφώνει, με της δικής του κατασκευής χρώματα, τις πιο ταπεινές επιφάνειες, όπως χαρτόνια, σανίδια, τενεκέδες, βαμβακερά πανιά, τοίχους μαγαζιών και σπιτιών, σε έργα τέχνης. Τον γεμάτο λεβεντιά και δροσιά κόσμο του μας τον μεταφέρει κυρίως μέσω των χρωμάτων του που επιρρεασμένα από το ελληνικό φως εκφράζουν μια ατμόσφαιρα και ένα τοπίο καθαρά ελληνικό. Οι αποχρώσεις και ο τρόπος που συνδυάζονται, άλλοτε λαμπερά, ζωηρά και δραματικά, και άλλοτε ήρεμα, απαλά και λυρικά, αλλά πάντα αρμονικά συνδυασμένα μεταξύ τους, μεταβάλλουν τις εικόνες του σ’ ένα ζωντανό κόσμο. Κοιτάζοντας τους πίνακες του, ο θεατής δεν αρκείται στο να βλέπει μόνο τα ηθελημένα απλά σχήματα και χρώματα ή αναπαραστάσεις σκηνών, αλλά νιώθει σα να βρίσκεται μέσα στο ίδιο του το έργο.

* Οι χρονολογίες που αναφέρονται στα βιογραφικά στοιχεία του Θεόφιλου έγιναν αντικείμενο αμφισβήτησης από πολλούς ερευνητές. Πόλεμοι, κοινωνικές ανακατατάξεις και μετακινήσεις πληθυσμών στην ταραγμένη περίοδο που έζησε ο Θεόφιλος, δε μας επιτρέπουν να είμαστε ακριβής σε χρονολογίες.